Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη (1896). Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διορίστηκε νομαρχιακός υπάλληλος. Υπήρξε ποιητής από τους πιο πολυδιαβασμένους από το ελληνικό κοινό, που έγραψε ποίηση με έντονο προσωπικό χαρακτήρα και που σφράγισε το έργο του και τη ζωή του με την τραγική αυτοκτονία του.
Από χαρακτήρα, διακατεχόταν από μόνιμη μελαγχολία, που εμφανίστηκε από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του, «Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων » (1919). Οι ωριμότερες συλλογές του («Νηπενθή», «Ελεγεία και Σάτιρες») είναι πια ξεχειλισμένες από πόνο, που μαρτυρεί, όμως, μια ευαισθησία μοναδική. Και όταν πια έιχε φτάσει στον ανώτατο σημείο ψυχικής διάλυσης, και η «Ζοφερή Νύχτα», όπως λέει ο ίδιος, τον πλησίαζε, έγραψε λίγο πριν το τέλος το ποίημα «Πρέβεζα».
Από παιδί ακόμα ήταν κλεισμένος στον εαυτό του. Δεν ήταν φιλάσθενος, ούτε μειονεκτούσε σωματικά, ωστόσο όμως ήταν πάντα σιωπηλός και δεν έπαιρνε μέρος στα παιχνίδια με τους συνομίληκούς του. Εντύπωση προξενούσε το μελαγχολικό και το σκεφτικό του ύφος, για το οποίο ονομάστηκε από τους συμμαθητές του «γέρος». Τα πειράγματα αυτά τα αντιμετώπιζε πάντα με αδιαφορία, στην πραγματικότητα όμως μεγάλωσε μέσα του το συναίσθημα της μειονεκτηκότητας. Διέξοδος για τη μοναξιά του αλλά και για την ενεργητικότητά του, υπήρξε στην αρχή η ζωγραφική. Αργότερα όμως την εγκατέλειψε και ζήτησε διέξοδο στην ποίηση. Παράλληλα δημοσίευσε και στίχους, κυρίως πατριωτικούς επηρεασμένος από τους Βαλκανικούς πολέμους. Τα ποιήματα της περιόδου εκείνης δείχνουν τη νέα κατεύθυνση του ποιητή, που ελευθερωμένος από τη μόνιμη μέχρι τότε μελαγχολία του βλέπει τη ζωή αισιόδοξα και ανακαλύπτει κάποιο σκοπό σ' αυτήν. Ωστόσο η χαρούμενη όψη της ζωής δεν κράτησε πολύ ηια τον ποιητή, που εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης κλείστηκε πάλι στον εαυτό του. Περιφρονούσε τους συνανθρώπους του και πολλές φορές τους θεωρούσε εχθρούς. Πίστευε στη ματαιότητα των πάντων και μή βρίσκοντας κανένα νόημα στις εκδηλώσεις της ζωής «θα οδηγούνταν αμέσως στον θάνατο, αν δεν υπήρχε η πίστη στον εαυτό του για να τον συγκρατήσει», μας λέει ο μελετητής του Βάσος Βαρίκας. Είχε πάντα μέσα του την τάση της φυγής. Κάποτε πήγε στο Παρίσι, με την ελπίδα ότι θα κάλυπτε το κενό που ένιωθε στην Ελλάδα. Μάται όμως. Και στο καινούριο περιβάλλον του ο ποιητής ένιωθε να πνίγεται. Μπορεί να άλλαξε ο χώρος όπου ζούσε, ο εσωτερικός του όμως κόσμος έμεινε ο ίδιος. Γι' αυτό ήταν αδύνατο να βρει πουθενά ησυχία. Έτσι, παρά τις συμβουλές της οικογένειάς του να μείνει, αυτός αρνήθηκε και επέστρεψε στην Ελλάδα, πιο απογοητευμένος. Εδώ συνέχισε τις προσπάθειές του για αλλαγή, αλλά αλίμονο γι'αυτόν, η μόνη αλλαγή που έβλεπε μπροστά του ήταν ο θάνατος. Παραάλληλα άρχισε να αμφιβάλλει και για τον εαυτόι του και για την αξία του έργου του, γεγονός που το εκφράζει στα ποιήματα της τελευταίας περιόδου. Εξαφανίστηκε η πίστη στην ανωτερότητά του, που ήταν προϋπόθεση, όπως είπαμε, για την ύπαρξή του. Ωστόσο έκανε μια τελευταία προσπάθεια: Έσπασε την απομόνωσή του και πήρε μέρος στις συνδικαλιστικές κινήσεις των δημόσιων υπαλλήλων. Δεν κατάφερε όμως να συμφιλιωθεί με τους ανθρώπους και το περιβάλλον. Η σκέψη της αυτοκτονίας είχε πια ωριμάσει. Η ιστορία του θανάτου του είναι τραγική, όπως τραγική υπήρξε και όλη του η ζωή: Πήρε την απόφαση να πνιγεί στη θάλασσσα. Καλός όμως κολυμβητής όπως ήταν, δεν τα κατάφερε. Επέστρεψε σπίτι του το πρωί, πήρε ήρεμος το πρωϊνό του και μετά αγόρασε ένα περίστροφο. Βγήκε λίγο έξω στην πόλη της Πρέβεζας, όπου κατοίκισε τη ζωή του με μια σφαίρα στην καρδιά. Ήταν Ιούλιος το 1928 τότε και ο ποητής στα 32 χρόνια του. Πριν να αυτοκτονήσει όμως έγραψε ένα γράμμα, που είναι αποκαλυτπικό για το θάνατό του:
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ (...) Κάθε πραγματικότης μου είναι αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο, σαν ήρθε, τον δέχουμαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους...»
Πολλές γνώμες έχουν διατυπωθεί σχετικά με το «πρόβλημα Καρυωτάκη». Μερικοί υποστηρίζουν ότι αιτία της δυστυχίας του ήταν οι διάφορες ερωτικές απογοητεύσεις και κυρίως ο άτυχος έρωτάς του με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Άλλοι πάλι, όπως ο ψυχίατρος Σκούρας, ισχυρίζονται ότι ήταν νευρωτικός και συνειδητός μισογύνης. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι το κλίμα της εποχής ήταν τέτοιο ώστε δημιούργησε αυτό το αδιέξοδο που εμφανίστηκε στον ποιητή. Η περίπτωσή του δίχασε τους κριτικούς και η έκδοση των «Απάντων» του (1938), η οποία κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, ανανέωσε το φιλολογικό θόρυβο γύρω από το όνομα και το έργο του, που όλοι αποδέχονται και που άσκησε σοβαρή επίδραση στην κατοπινότερη ποίηση.